company logo

Η βιταμίνη D στην ενδομήτρια και βρεφική ηλικία : η εξαιρετική διάλεξη της Πολυξένης Νικολαϊδου-Καρπαθίου, Ομότιμης Καθηγήτριας Παιδιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Η βιταμίνη D στην ενδομήτρια και βρεφική ηλικία : η εξαιρετική διάλεξη της Πολυξένης Νικολαϊδου-Καρπαθίου, Ομότιμης Καθηγήτριας Παιδιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Κωνσταντίνος Ξένος

Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος M.Sc. Ph.D.cand.

 

Το περασμένο Σάββατο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μια μοναδική διάλεξη για την βιταμίνη D στην ενδομήτρια και βρεφική ηλικία, από την καθηγήτρια παιδιατρικής Πολυξένη Νικολαϊδου-Καρπαθίου, μιας επιστήμονα με βαθειά γνώση όλων των νέων ερευνητικών δεδομένων που αφορούν σε αυτή τη μοναδική βιταμίνη – προορμόνη.

Η διάλεξη δόθηκε στο πλαίσιο της πολύ επιτυχημένης ημερίδας που διοργάνωσε για ακόμα μια φορά η Ένωση Διαιτολόγων Διατροφολόγων Ελλάδος (ΕΔΔΕ).

Η καθηγήτρια στην διάλεξη της, ανέφερε ότι η προσπάθεια του ανθρώπινου οργανισμού για να παράγει βιταμίνη D υπό τις όποιες περιβαλλοντικές συνθήκες ενδέχεται να  έχει επηρεάσει σε βάθος χρόνου τον φαινότυπο του. Έτσι δεν είναι διόλου απίθανο όπως μας είπε, η χαρακτηριστική ένδεια μελανίνης και τα ανοιχτόχρωμα δέρματα των Σκανδιναβών, να είναι αποτέλεσμα ενός προσαρμοστικού μηχανισμού προκειμένου να μπορούν να παράγουν βιταμίνη D ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής ηλιοφάνειας (Γνωρίζουμε ότι η περιεκτικότητα του δέρματος σε μελανίνη είναι αντιστρόφως ανάλογη με την δυνατότητα του να παράγει βιταμίνη D υπό την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία UVB).

Σε άλλο σημείο της διάλεξης της, η Pr. Πολυξένη Νικολαϊδου-Καρπαθίου τέθηκε υπέρμαχος της οδηγίας που έχει εκπονήσει από το 2008 η Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία, περί πλήρους αποφυγής έκθεσης στον ήλιο του βρέφους κατά το 1ο εξάμηνο της ζωής του, επισημαίνοντας πως παρόλο που κάτι τέτοιο οδηγεί σε επιδείνωση της υποβιταμίνωσης σε D, η οποία παρουσιάζεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στα βρέφη, μια τέτοια οδηγία προφυλάσσει ικανοποιητικά από την μελλοντική πρόκληση μελανώματος.

Μελέτες που διεξήγαγε η ίδια με τους αξιόλογους συνεργάτες της, έδειξαν πως το ποσοστό εγκύων στην Ελλάδα με υποβιταμίνωση σε D αφορά περίπου στο 70%!!

Παράλληλα, ποσοστό άνω του 50% των βρεφών παρουσιάζουν υποβιταμίνωση σε D, μια κατάσταση άρρηκτα συνδεδεμένη με τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στις μητέρες των.

Όπως τόνισε η καθηγήτρια, η υποβιταμίνωση σε D των εγκύων γυναικών έχει αποδεδειγμένες σκελετικές επιπτώσεις στην μελλοντική υγεία των παιδιών τους.

Σε πρόσφατη μελέτη των Zhu και συνεργατών, φάνηκε πως η υποβιταμίνωση σε D της εγκύου οδηγεί σε γέννηση παιδιού, το οποίο στην ηλικία των 20 ετών έχει ελαττωμένη οστική μάζα.

Ως προς τις μη σκελετικές επιπτώσεις της υποβιταμίνωσης σε D της εγκύου, τόνισε πως υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για προεκλαμψία, σακχαρώδη διαβήτη κύησης και γέννηση με καισαρική τομή.

Την ίδια στιγμή τα παιδιά των γυναικών εκείνων που κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης παρουσίαζαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, έχουν αυξημένο κίνδυνο στη μετέπειτα ζωή τους για εμφάνιση διαβήτη τύπου 1, τροφικής αλλεργίας και βρογχικού άσθματος.

Η καθηγήτρια τόνισε πως όλοι οι ειδικοί επιστήμονες επιβάλλεται να προτείνουν τον μητρικό θηλασμό ως την υπέρτατη σίτιση για το βρέφος και πρέπει παράλληλα να δίνουν στα βρέφη που θηλάζουν 400 IU βιταμίνης D καθημερινά, λόγω της αποδεδειγμένης χαμηλής περιεκτικότητας του μητρικού γάλακτος στην πολύτιμη βιταμίνη D.

Στο κλείσιμο αυτής της παρουσίασης και έπειτα από ερώτηση μου, η Καθηγήτρια διευκρίνισε πως η ενδεδειγμένη μέση καθημερινή δόση βιταμίνης D για τις έγκυες γυναίκες που παρουσιάζουν έλλειψη ή ανεπάρκεια σε D, είναι οι 1000 IU.