company logo

Η στεφανιαία νόσος και η σύνδεσή της με την ανεπάρκεια βιταμίνης D

Η στεφανιαία νόσος και η σύνδεσή της με την ανεπάρκεια βιταμίνης D

Επιμέλεια
Ευγενία Αλεξάνδρου
Διαιτολόγος – Διατροφολόγος
Πτυχιούχος  University of Nottingham

Η στεφανιαία νόσος είναι μια ασθένεια που έχει αναδειχθεί παγκοσμίως ως μια σημαντική αιτία θανάτου. Εκδηλώνεται με τη μορφή σταθερής στηθάγχης που χαρακτηρίζεται από την ανισσοροπία μεταξύ απαιτήσεων και παροχών οξυγόνου για το μυοκάρδιο. Ωστόσο η δραματική και απρόβλεπτη εκδήλωση της, με τη μορφή του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου, φαίνεται να είναι υπεύθυνη για τις περισσότερες από τις περιπτώσεις θανάτου που προκαλούνται από την ασθένεια. Εκτός αυτού υπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου όπως το κάπνισμα, η κακή διατροφή, η έλλειψη σωματικής άσκησης, η παχυσαρκία, η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης. Σημαντικά στοιχεία από μελέτες υποδηλώνουν ότι η έλλειψη βιταμίνης D μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου της στεφανιαίας νόσου. Δεδομένης λοιπόν της σοβαρότητας του προβλήματος είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει εκτεταμένη έρευνα για τον προσδιορισμό των νέων παραγόντων κινδύνου, καθώς η αντιμετώπιση τους μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της νόσου. 

Η βιταμίνη D

Η βιταμίνη D είναι μία λιποδιαλυτή βιταμίνη γνωστή και ως βιταμίνη του ήλιου. Η σύνθεση της γίνεται στο σώμα μετά από την έκθεση του στις υπεριώδεις ακτίνες UVΒ αλλά μπορεί επίσης να ληφθεί και μέσω της διατροφής. Στα συμπληρώματα διατροφής καλό είναι να προτιμάται η βιταμίνη D3 καθώς είναι η πιο φυσική μορφή της βιταμίνης, λιγότερο τοξική από τη βιταμίνη D2, πιο ισχυρή και  πιο σταθερή. Η βιταμίνη D3 είναι επίσης πιο αποτελεσματική στην αύξηση και τη διατήρηση των επιπέδων της βιταμίνης D στον οργανισμό. Οι κύριες διατροφικές πηγές της βιταμίνης D είναι τα εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα, ο κρόκους αυγού, τα ιχθυέλαια και τα εμπλουτισμένα δημητριακά.

Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D

Οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες από το Διεθνές Ίδρυμα Οστεοπόρωσης ορίζουν ως έλλειψη της βιταμίνης D τα επίπεδα της 25 (OH) D που είναι

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι ένα ευρέως διαδεδομένο πρόβλημα υγείας ιδιαίτερα σοβαρό σε ηλικιωμένους ασθενείς. Εκτός από τις χώρες του βορείου ημισφαιρίου όπου η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι αρκετά διαδεδομένη λόγω της μειωμένης ηλιοφάνειας, παρουσιάζεται ανεπάρκεια και σε χώρες με άφθονη ηλιοφάνεια, όπως η Ελλάδα. Παράγοντες όπως η αποφυγή της έκθεσης του σώματος στον ήλιο, η αυξημένη μελάγχρωση του δέρματος, η εσώκλειστη ζωή και οι συχνές εγκυμοσύνες σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια ασβεστίου, φαίνεται να είναι υπεύθυνοι.

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D εμπλέκεται στην παθογένεια της στεφανιαίας νόσου σε διάφορα στάδια λόγω του γεγονότος ότι ο υποδοχέας της βρίσκεται σε διάφορους ιστούς και μπορεί να εμπλέκεται στη ρύθμιση της πίεσης του αίματος και της κυτταρικής ανάπτυξης.

Η καρδιακή λειτουργία

Υπάρχουν συσσωρευμένα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D επηρεάζουν αρνητικά την καρδιακή λειτουργία. Φαίνεται ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D προκαλεί αυξημένη καρδιακή σύσπαση και υπερτροφία.

Οι μεταλλοπρωτεϊνάσες της εξωκυττάριας ουσίας (MMPs) μπορεί να εμπλέκονται στην παθοφυσιολογία που προκύπτει από την ανεπάρκεια βιταμίνης D. Έρευνα απέδειξε ότι άνδρες με αυξημένα επίπεδα ΜΜΡ-9 στο πλάσμα παρουσίαζαν αύξηση στις διαστάσεις της τελοδιαστολικής διαμέτρου αριστεράς κοιλίας και του τοιχώματος με αποτέλεσμα να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος θνησιμότητας και νοσηρότητας από καρδιαγγειακές ασθένειες. Τα συμπληρώματα βιταμίνης D συμβάλουν στη μείωση των επιπέδων των MMP-9 και MMP-2 στο αίμα. Ομοίως υπάρχουν αναφορές ότι τα συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D συμβάλουν στη μείωση της καρδιακή υπερτροφίας  σε παιδιά με ραχίτιδα και σε ενήλικες με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Υπέρταση

Ένας υποδοχέας του ενεργού μεταβολίτη 1,25-διυδροξυ-βιταμίνη-D έχει παρατηρηθεί στον λείο μυϊκό ιστό υποστηρίζοντας έναν πιθανό ρόλο της βιταμίνης D στη ρύθμιση της συστολής του λείου μυός και της πίεσης του αίματος. Μελέτες έδειξαν ότι τα αυξημένα (εντός ορίων) επίπεδα της 25 (ΟΗ ) D  συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης υπέρτασης σε άνδρες και γυναίκες.

Αρκετοί μηχανισμοί αποδεικνύουν τις προληπτικές επιδράσεις της βιταμίνης D κατά της υπέρτασης: 

·  Άμεση καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης.

·  Μείωση των εξογκωμένων τοιχωμάτων των αιμοφόρων αγγείων.

·  Μείωση της αρτηριακής σκλήρυνσης.

Μια πρόσφατη διπλά-τυφλή τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη απέδειξε ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D ελαττώνουν την αρτηριακή δυσκαμψία μειώνοντας τη μέση ταχύτητα παλμικού κύματος από 5,41 m / s κατά την έναρξη σε 5,33 m / s.

Αθηροσκλήρωση

Η βιταμίνη D αναστέλλει την πρόσληψη χοληστερόλης από τα μακροφάγα κύτταρα. Σε περίπτωση ανεπάρκειας προωθείται η πρόσληψη της χοληστερόλης από τα μακροφάγα κάτι το οποίο συμβάλει στο σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας και την προαγωγή της αθηροσκλήρωσης. Η έλλειψη βιταμίνης D έχει συνδεθεί επίσης με μειωμένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL) και απολιποπρωτεΐνης Α-1, προωθώντας έτσι την αθηροσκλήρωση.

Φλεγμονώδεις παράγοντες

Είναι πλέον γνωστό ότι οι φλεγμονώδεις παράγοντες συμμετέχουν στη διαδικασία της αθηροσκλήρωσης. Τα επίπεδα των δεικτών φλεγμονής (C-αντιδρώσας πρωτεΐνης και της ιντερλευκίνης-6)  προβλέπουν μεταξύ άλλων, κίνδυνο καρδιαγγειακών ασθενειών.  Έχει αναφερθεί στο παρελθόν ότι υπάρχει σημαντική σύνδεση μεταξύ της IL-6 και της αντίστασης στην ινσουλίνη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι ένας παράγοντας κινδύνου για τον διαβήτη τύπου 2 και επιπλέον είναι αντιστρόφως ανάλογη με την επάρκεια της βιταμίνης D.

Υπερπαραθυρεοειδισμός

Η χρόνια ανεπάρκεια βιταμίνης D προκαλεί δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό ο οποίος με τη σειρά του μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση καρδιαγγειακών ασθενειών. Αν τα επίπεδα της βιταμίνης D πέσουν κάτω από τα 30 ng / ml τότε αρχίζουν να παρατηρούνται υψηλότερα επίπεδα PTH που οδηγούν σε υψηλότερη πίεση του αίματος και συσταλτικότητα του μυοκαρδίου και κατ' επέκταση σε υπερτροφία, απόπτωση και κυστική ίνωση, τόσο της αριστερής κοιλίας όσο και των αγγείων.

Ο διαβήτης και το μεταβολικό σύνδρομο

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D έχει συσχετιστεί με τον σακχαρώδη διαβήτη και το μεταβολικό σύνδρομο καθώς μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη και δυσλειτουργία των παγκρεατικών βήτα κυττάρων, παράγοντες κινδύνου της στεφανιαίας νόσου.

Επίλογος

Η βιταμίνη D λόγω των υποδοχέων της που βρίσκονται σε πολλούς ιστούς είναι ικανή να συμβάλει στη ρύθμιση των κυτταρικών διεργασιών. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D φαίνεται να συνδέεται στην παθογένεση της στεφανιαίας νόσου σε διάφορα στάδια. Ωστόσο, ύστερα από αντικρουόμενες μελέτες, οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι απαιτούνται μεγάλης κλίμακας τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες για να αποδειχθεί ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D βελτιώνουν την κατάσταση της στεφανιαίας νόσου.  Έπειτα, θα μπορέσουν να γίνουν συστάσεις για τη δοσολογία των συμπληρωμάτων έτσι ώστε να επιτευχθεί η μείωση του κινδύνου αλλά και η πρόληψη της στεφανιαίας νόσου.