company logo

Μεταβιοτικά: οι ευεργετικές ουσίες των προβιοτικών!

Μεταβιοτικά: οι ευεργετικές ουσίες των προβιοτικών!

Ηλιοπούλου Ηλιάνα

Κλινική Διαιτολόγος Διατροφολόγος MSc.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ο τρίτος κατά σειρά συχνότερος καρκίνος που εμφανίζεται σε άντρες και γυναίκες και ταυτόχρονα ο δεύτερος κατά σειρά που οδηγεί σε θνησιμότητα. Τα κρούσματα ετησίως φτάνουν το ένα εκατομμύριο, από τα οποία οι μισοί ασθενείς θα καταλήξουν.  Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει προειδοποιήσει ότι η εξάπλωση του τα επόμενα χρόνια θα είναι ραγδαία. Πλήττει και αφορά το δυτικό πληθυσμό, ανθρώπους κάτω από τα 70 έτη και κυρίως με κακές διατροφικές συνήθειες, διότι η διατροφή και το περιβάλλον μπορούν να επιδράσουν μέσω μηχανισμών στην ενεργοποίηση της έκφρασης των ογκογονιδίων και στην ταυτόχρονη απενεργοποίηση του προστατευτικού μηχανισμού που σταματά την έκφραση αυτή. Η υψηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και επεξεργασμένων προϊόντων του, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, σε συνδυασμό με έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, είναι μερικές από αυτές τις συνήθειες που δρουν επιβαρυντικά.

Για τη θεραπεία του καρκίνου του παχέους εντέρου, οι επιστήμονες ασκούν διάφορές θεραπείες περισσότερο επεμβατικές, όπως η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία. Ωστόσο λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών αυτών των θεραπειών, όπως η συστηματική τοξικότητα, η αντίσταση στην χημειοθεραπεία και πολλές φορές η επανεμφάνιση του καρκίνου, γεννάται η ανάγκη για περισσότερο εναλλακτικούς και ασφαλέστερους τρόπους θεραπείας.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ισορροπία μεταξύ των μεταβολικών παραγώγων της «μικροβιακής χλωρίδας» του εντέρου. Τα βακτήρια στο έντερο ή όπως αλλιώς ονομάζουμε η «μικροβιακή χλωρίδα», παίζει καθοριστικό ρόλο στην υγεία του ανθρώπινου οργανισμού. Είναι μεταβολικά ενεργή και μπορεί να θεωρηθεί ως αυτόνομο σύστημα που συμμετέχει σε ποικίλες λειτουργίες του οργανισμού. Υπάρχει αμοιβαίο όφελος μεταξύ ανθρώπου (ξενιστή) και βακτηρίων. Το ανθρώπινο σώμα (ο ξενιστής) δίνει καταφύγιο και τροφή στα βακτήρια και αυτά με τη σειρά τους επιτελούν κάποιες λειτουργίες που το σώμα δεν μπορεί να κάνει. Τα βακτήρια του εντέρου τρέφονται “ζυμώνοντας” τις φυτικές ίνες. Ο όρος ζύμωση αναφέρεται στη μετατροπή ορισμένων οργανικών ενώσεων, όπως είναι οι υδατάνθρακες, σε λιπαρά οξέα ή αλκοόλες υπό τη δράση ενός μικροοργανισμού.  Η ισορροπία μεταξύ των ουσιών που παράγονται και προάγουν την υγεία (πχ λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου όπως το βουτυρικό οξύ) και μεταξύ πιθανών καρκινικών μεταβολικών παραγώγων αποτελεί καίριο ζήτημα για ένα υγιές έντερο.

Τα προβιοτικά έχουν αποδεδειγμένα πολλά οφέλη και λειτουργίες για τον ανθρώπινο οργανισμό, μερικές από τις οποίες είναι ότι χρησιμοποιούνται ευρέως για τη θεραπεία της ιογενούς διάρροιας ή της διάρροιας που έχει προκληθεί από φαρμακευτική αγωγή, για τη θεραπεία της νόσου Crohn, της σπαστικής κολίτιδας και του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου. Παρά τη μακρά και ασφαλή χρήση τους, η εισαγωγή ζωντανών μικροβίων στο ανθρώπινο σώμα, θέλει προσοχή σε  κάποιους ασθενείς, όπως οι ανοσοκατεσταλμένοι αλλά και οι ασθενείς με περιτονίτιδα, μηνιγγίτιδα, κ.άλλες καταστάσεις. 

Όμως τι να προτείνουμε «μετά» τα προβιοτικά; Τα μεταβιοτικά. Είναι βιοενεργητικά συστατικά των προβιοτικών τα οποία παράγονται αφότου τα προβιοτικά αποικίσουν το έντερο και πολλαπλασιαστούν.

Τα μεταβιοτικά συνεισφέρουν σε πλήθος ασθενειών που σχετίζονται με το γαστρεντερικό σωλήνα, βοηθώντας στην διατήρηση της ομοιόστασης του και προάγοντας την ανάπτυξη φιλικών βακτηρίων, τα οποία υποστηρίζεται ότι μπορεί να καταστέλλουν τη μετατροπή και έκφραση των γονιδίων που εμπλέκονται με τον καρκίνο. Μπορούν να είναι αποδοτικά και να χρησιμοποιηθούν ακόμα και σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς υπό θεραπεία καρκίνου. Οι αντικαρκινικές ιδιότητες των προβιοτικών στελεχών έχουν αποδοθεί κυρίως στα μεταβιοτικά, τα οποία έχουν επιγενετικές, ανοσορυθμιστικές, αντιμεταστατικές και ιδιότητες που εμπλέκονται με την απόπτωση. Ας τις γνωρίσουμε:

-Επιγενετική δράση των μεταβιοτικών

Η Επιγενετική αναφέρεται σε διαδικασίες που ρυθμίζουν πώς και πότε κάποια γονίδια ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται. Οι επιγεννετικές αλλαγές μπορεί να είναι η απαρχή και η αιτία για την εμφάνιση μιας φλεγμονής ή του καρκίνου. Και η αρχή και η εξέλιξη του καρκίνου στο εντέρου περιλαμβάνουν αλλαγές στην επιγενετική ρύθμιση του ρυθμού κυτταρικής ανάπτυξης, διαφοροποίησης και απόπτωσης. Αυτές οι αλλαγές μπορούν να είναι αναστρέψιμες και μια τέτοια δράση επιτυγχάνεται μεταξύ άλλων, μέσω των μεταβολικών παραγώγων από τους προβιοτικούς μικροοργανισμούς, τα λεγόμενα μεταβιοτικά που συζητάμε. Για το λόγο αυτό τα μεταβιοτικά μπορούν να αποτελέσουν μια εναλλακτική στρατηγική για την πρόληψη αλλά και την αντιμετώπιση του καρκίνου στο έντερο.

-Αντιμεταλαξιογόνο δράση των μεταβιοτικών

Η επίδραση των μεταβιοτικών στις μεταλλάξεις έχει υποστηριχθεί από αρκετές μελέτες. Οι μελέτες αυτές ισχυρίζονται με διάφορους μηχανισμούς, ότι τα μεταβιοτικά αποτρέπουν τις μεταλλάξεις στο γονιδίωμα, σταματώντας παράλληλα και την ενεργοποίηση ενζύμων που σχετίζονται με την καρκινογένεση.

-Αντιφλεγμονώδης δράση των μεταβιοτικών

Εδώ και πολλά χρόνια έχει συνδεθεί η χρόνια και ανεξέλικτη φλεγμονή με την εμφάνιση του καρκίνου. Η σύνδεση αυτή οφείλεται σε πολλούς μηχανισμούς, όπως είναι οι επιγεννετικές αλλαγές και η προαγωγή του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων, που  συμβάλλουν στην απαρχή ενός όγκου, αλλά και στην μετέπειτα εξέλιξη του.  Τα μεταβιοτικά έχει βρεθεί ότι διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο, προάγοντας την καλύτερη ανοσολογική απάντηση από τα κύτταρα του εντερικού ενδοθηλίου, με σκοπό να αποτρέψουν τη χρόνια φλεγμονή.

-Δράση των μεταβιοτικών στην κυτταρική απόπτωση

Η μείωση του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων και η πρόκληση της απόπτωσης τους από τα μεταβιοτικά, έχει υποστηριχθεί κατά κύριο λόγο εξαιτίας του βουτυρικού οξέως, του πιο μελετημένου από τα βραχείας αλύσου λιπαρά οξέα. Πολλές μελέτες υποστηρίζουν ότι προάγει την απόπτωση και την κυτταρική διαφοροποίηση, καθώς και ότι μειώνει τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, ελέγχοντας τον πολλαπλασιασμό των φυσιολογικών κυττάρων του σώματος.

Εν κατακλείδι, ο αδιαμφισβήτητος ρόλος των μεταβιοτικών έχει υποστηριχτεί από πολλές in vitro μελέτες στο εργαστήριο, τώρα μένει να διεξαγχθούν αξιόπιστες και καλά οργανωμένες μελέτες σε ανθρώπους με αντιπροσωπευτικό και τυχαιοποιημένο δείγμα, ώστε να μπορούν μέσω των αποτελεσμάτων τους, να δώσουν ένα ισχυρό και ασφαλές κίνητρο προς γενική σύσταση και χρήση των μεταβιοτικών. Και αυτό διότι όπως φαίνεται από τα υπάρχοντα δεδομένα, τα μεταβιοτικά ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό και με άλλες στρατηγικές, μπορούν να θεωρηθούν ως θεραπευτικός ρυθμιστής για την προστασία ενάντια στον καρκίνο του παχέος εντέρου.