company logo

«Παρενέργειες» εμβολίου κατά της COVID-19: Ποια συμπληρώματα διατροφής ελαχιστοποιούν έως και μηδενίζουν τις αντιδράσεις

 «Παρενέργειες» εμβολίου κατά της COVID-19: Ποια συμπληρώματα διατροφής ελαχιστοποιούν έως και μηδενίζουν τις αντιδράσεις

Αναδημοσίευση της συνέντευξης από την AthensVoice

 

Οι μελέτες δείχνουν ότι έως και επτά στους δέκα ανθρώπους που κάνουν το εμβόλιο κατά της COVID-19 έχουν κάποιο είδος αντίδρασης. Μερικοί αισθάνονται πόνο στο σημείο της ένεσης, άλλοι μπορεί να εμφανίσουν κνησμό ή κνίδωση ή μια σειρά συμπτωμάτων που μοιάζουν με γρίπη, όπως ρίγη και πυρετό, πονοκεφάλους ή σοβαρή κόπωση.

Παράλληλα, από τον Απρίλιο του 2021  οι αναφορές παγκοσμίως σε περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας και περικαρδίτιδας που προκλήθηκαν μετά από  mRNACOVID-19 εμβολιασμούς (εμβόλιο Pfizer-BioNTechBNT162b2 και εμβόλιο Moderna mRNA-1233), αυξάνονται συνεχώς... Αυτές οι οργανικές αντιδράσεις στο εμβόλιο έχουν οδηγήσει μια σημαντική μερίδα των συμπολιτών μας σε επιφυλάξεις, σε σημείο μάλιστα αρκετοί να αρνούνται να εμβολιαστούν…

Υπάρχει άραγε ενισχυτικός και συνάμα ασφαλής τρόπος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της εμφάνισης της ενδεχομένης συμπτωματολογίας των εμβολίων; 

“Διάφορα διατροφικά συμπληρώματα παρουσιάζουν αντιικές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες και εμπλέκονται σε πολλαπλά ανοσορρυθμιστικά μονοπάτια για τη βελτίωση της άμυνας του οργανισμού. Από τη στιγμή που η συμπτωματολογία των παρενεργειών των εμβολίων έχει την ίδια ανοσολογική βάση με τις ιογενείς λοιμώξεις και ειδικά με την COVID-19, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι τα όποια δεδομένα υπέρ της χορήγησης διατροφικών συμπληρωμάτων για τη βελτίωση της έκβασης λοιμώξεων όπως η COVID-19 μπορούν κάλλιστα να αφορούν και τον περιορισμό των συμπτωμάτων μετά από τα εγκεκριμένα εμβόλια κατά του κορωνοϊού” εξηγεί ο κλινικός διαιτολόγος δρ Κωνσταντίνος Ξένος.

“Η ανασκόπηση των ήδη διαθέσιμων δεδομένων δείχνει ότι η συμπληρωματική χορήγηση μικροθρεπτικών συστατικών και άλλων συμπληρωμάτων (π.χ. προβιοτικά) ως ενισχυτικά του ανοσοποιητικού συστήματος σε ασθενείς με COVID-19 ενδέχεται να έχει θετική επίδραση στην ανάρρωση από τη λοίμωξη του νέου κορωνοϊού, να ευνοεί τη μείωση του ιικού φορτίου και τη διάρκεια νοσηλείας τους” προσθέτει ο κλινικός διαιτολόγος δρ Λάμπρος Μελίστας.

Η Βιταμίνη C

Η βιταμίνη C, ή αλλιώς ασκορβικό οξύ, ανήκει στις υδατοδιαλυτές βιταμίνες και είναι ευρέως διαδεδομένη για τις αντιοξειδωτικές και τις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές της. Λόγω των ευεργετικών ιδιοτήτων της, διερευνάται η συμπληρωματική χορήγησή της για τη θεραπεία της COVID-19. Τα έως τώρα δεδομένα δεν καταλήγουν σε σαφή συμπεράσματα, ωστόσο είναι ενθαρρυντικά για τη χρήση της βιταμίνης C ως βοηθητική θεραπεία για τη λοίμωξη (Milani et al. Nutrients 2021). 

«Χαρακτηριστικά, η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης C σε διασωληνωμένους συσχετίστηκε με σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σε σχέση με όσους δε λάμβαναν τη βιταμίνη» αναφέρει ο κ. Ξένος και συνεχίζει: «Δεδομένα από δύο μετα-αναλύσεις σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στη ΜΕΘ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης C μείωσε κατά 8% την παραμονή στη ΜΕΘ και τη διάρκεια της διασωλήνωσης (Hemilä et al. Nutrients. 2019 & Hemilä et al. J Intensive Care 2020)».

Η Βιταμίνη D

Εκτός από τις γνωστές επιδράσεις της στην απορρόφηση ασβεστίου και την υγεία των οστών, η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. «Η βιταμίνη D φαίνεται ότι μειώνει τα ποσοστά αντιγραφής του ιού, καταστέλλει τη φλεγμονή και αυξάνει τα επίπεδα των Τ λεμφοκυττάρων και τη δραστηριότητά τους. Επιπλέον, η βιταμίνη D μπορεί να τροποποιήσει τόσο τις έμφυτες όσο και τις επίκτητες ανοσολογικές αποκρίσεις» αναφέρει ο κ. Μελίστας.

“Σε μια σειρά μελετών διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με επάρκεια βιταμίνης D εμφάνισαν πιο ελαφριά μορφή της νόσου, είχαν χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονής και υψηλότερα ποσοστά λεμφοκυττάρων (Maghbooli et al. PLoS One 2020 & Annweiler et al. Nutrients 2020). 

Επιπλέον, η συμπληρωματική χορήγηση ή η επάρκεια βιταμίνης D σχετίστηκαν αρνητικά με δείκτες φλεγμονής σε άτομα με κορωνοϊό (Campi et al. BMC InfectDis 2021 & Lakkireddy et al. Sci Rep. 2021). Τέλος, η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D μετά τη διάγνωση νόσησης από τον ιό, φαίνεται ότι δρα ευεργετικά και στην ήπια εμφάνιση της νόσου, μειώνοντας το χρόνο διάρκειας κάποιων βασικών συμπτωμάτων, όπως ο βήχας και η απώλεια γεύσης, όταν χορηγείται σε υψηλές δόσεις ημερησίως (Sabico et al. Nutrients. 2021)”, σημειώνει ο κ. Ξένος

O Ψευδάργυρος

Ο ψευδάργυρος είναι ένα μικροθρεπτικό συστατικό που παίζει ρόλο σε πολλές διεργασίες του κυτταρικού μεταβολισμού, μεταξύ των οποίων είναι η έμφυτη και η επίκτητη ανοσία. Επίσης, έχει αντιιικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Η ανεπάρκεια ψευδαργύρου επηρεάζει δυσμενώς τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος επηρεάζοντας τον σχηματισμό, την ενεργοποίηση και την ωρίμανση των λεμφοκυττάρων και σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα προφλεγμονωδών μορίων. 

H χορήγηση ψευδαργύρου φαίνεται ότι έχει ευεργετικές επιδράσεις στην ήπια νόσηση από τον ιό.

«Άτομα που ελάμβαναν συμπλήρωμα ψευδαργύρου είχαν αισθητή μείωση των συμπτωμάτων - συμπεριλαμβανομένου πυρετού, βήχα, πονοκεφάλου, δύσπνοιας, πόνου στο σώμα και κόπωσης - μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη της θεραπείας με ψευδάργυρο (Finzi E. Int J Infect Dis 2020). Αντίστοιχα, μία συστηματική ανασκόπηση που διερεύνησε το ρόλο των συμπληρωμάτων διατροφής κατά τη θεραπεία της COVID-19 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμπληρωματική χορήγηση θειικού ψευδαργύρου μειώνει τη διάρκεια απώλειας της όσφρησης, που είναι ένα από τα βασικά συμπτώματα της νόσου (Feng et al. Clin NutrESPEN. 2021)» σημειώνει ο κ.  Μελίστας.

Ν-ακετυλοκυστεΐνη 

Η Ν-ακετυλοκυστεΐνη (N-acetylcysteine-NAC) είναι παράγωγο του αμινοξέος κυστεΐνη. Στο σώμα μας μετατρέπεται σε γλουταθειόνη αυξάνοντας τα επίπεδά της στο αίμα. Η γλουταθειόνη είναι ένα σημαντικό αντιοξειδωτικό που εξαντλείται λόγω οξειδωτικού στρες ή συστηματικής φλεγμονής.

Μελέτες έχουν αξιολογήσει τη χορήγηση της NAC από του στόματος για τη θεραπεία βρογχοπνευμονικών παθήσεων, όπως η βρογχίτιδα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) με πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα στη μείωση του αριθμού των επεισοδίων και της σοβαρότητας των συμπτωμάτων (Wei et al, Adv Ther2019, Fowdar et al, Heart Lung 2017).

«Λόγω αυτών των ευρημάτων, τα δυνητικά αντιοξειδωτικά, αντιφλεγμονώδη και αντιιικά αποτελέσματα της NAC, καθώς και τη βλεννολυτική της δράση, θεωρούμε ότι η χρήση της NAC ως βοηθητική θεραπεία μπορεί να συμβάλλει στον περιορισμό των συμπτωμάτων που ενδεχομένως εμφανίζονται μετά το εμβόλιο κατά της COVID-19. Άλλωστε έχουμε ήδη δεδομένα που προτείνουν τη χρήση της παράλληλα με άλλα σκευάσματα στην αντιμετώπιση της νόσου (In Vivo. 2020 May-Jun; 34(3 Suppl): 1567–1588)» τονίζει ο κ.  Ξένος.

Προβιοτικά

Σε ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με COVID19 έχει παρατηρηθεί διαταραχή της ισορροπίας του εντερικού μικροβιώματος και ελάττωση στη μικροβιακή ποικιλία. Μάλιστα, αυτή η αποκαλούμενη «δυσβίωση» των μικροβίων του εντέρου στους ασθενείς με COVID-19 δε φαίνεται να επιστρέφει σε φυσιολογικά επίπεδα ακόμη και έξι μήνες μετά την ανάρρωση και έχει συνδεθεί με τη σοβαρότητα της νόσου και τη φλεγμονώδη αντίδραση (Chenet al, Gut 2021). H στοχευμένη βοηθητική θεραπεία με προβιοτικά βοηθά στην αποκατάσταση των υγιών μικροβιακών κοινοτήτων του εντέρου και δείχνει ότι μπορεί να συμβάλλει στην ανάρρωση από την COVID-19 (Peng etal, Front Nutr 2020). 

«Τα προβιοτικά», εξηγεί ο κ. Ξένος «μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης του εντερικού φραγμού, της αύξησης παραγωγής ανοσοσφαιρινών, της αναστολής της αντιγραφής του ιού και της ενίσχυσης της φαγοκυτταρικής δραστηριότητας των λευκών αιμοσφαιρίων (Lehtorantaetal, Nutrients 2020).

Μάλιστα, τα προβιοτικά φαίνεται ότι μπορούν να συμβάλουν στην αναστολή της «καταιγίδας» των κυτταροκινών που οδηγεί στη σοβαρή νόσο ασθενών με COVID-19, ενισχύοντας ταυτόχρονα την έμφυτη ανοσία και εμποδίζοντας την υπερβολική αντίδραση της επίκτητης ανοσίας (Kurian et al, Arch Med Res. 2021)”.

Λόγω αυτών των ευρημάτων, πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι τα προβιοτικά θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες βοηθητικές θεραπείες για τη θεραπεία της COVID-19. Έχουν ήδη ολοκληρωθεί κάποιες κλινικές δοκιμές που υποστηρίζουν αυτή την υπόθεση ενώ αρκετές επιπλέον βρίσκονται σε εξέλιξη (Peng et al, Front Nutr 2020). 

“Είναι χαρακτηριστική η κλινική δοκιμή που έγινε πρόσφατα στην Ιταλία όπου τα σημεία και τα συμπτώματα - συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας, του πυρετού, της αδυναμίας, των πονοκεφάλων, της μυαλγίας και της δύσπνοιας - ήταν σημαντικά λιγότερα εντός 7 ημερών σε ασθενείς που έλαβαν προβιοτικά συγκριτικά με όσους δεν τα έλαβαν (d’Ettorre et al, Front Med 2020)” μας ενημερώνει ο δρ Μελίστας

Στο διαταύτα…

«Μέχρι σήμερα και από την έναρξη των εμβολιασμών στη χώρα μας έχουμε αντιμετωπίσει εκατοντάδες περιστατικά παχύσαρκων που αν και είναι γνωστό πως αποτελούν ευπαθή ομάδα έναντι της COVID-19 αρνούνται να εμβολιαστούν, ισχυριζόμενοι φόβο για πιθανές παρενέργειες. 

Στο πλαίσιο αυτό χορηγήσαμε σε περισσότερα από 140 άτομα (ενήλικες γυναίκες και άνδρες με ΔΜΣ>35) για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ένα συνδυασμό βιταμίνης D, Ν-ακετυλοκυστεΐνης, βιταμίνης C, ψευδαργύρου και προβιοτικώνστελεχών lactobacillus NCFM και lactobacillus paracasei lpc-37, παροτρύνοντας τους παχύσαρκους αυτούς ασθενείς που είχαν λάβει ήδη το «πράσινο» φως από τους ιατρούς τους, να εμβολιαστούν, καθότι ο κίνδυνος από μια ενδεχόμενη λοίμωξη από τον SARS-CoV-2 θα ήταν πολύ μεγαλύτερος των όποιων πιθανών παρενεργειών του εμβολίου. Το εντυπωσιακό ήταν ότι κανείς από τους ανθρώπους που τήρησαν σωστά το πρωτόκολλο της συμπληρωματικής αυτής χορήγησης δεν παρουσίασε το παραμικρό σύμπτωμα μετά τον εμβολιασμό του (και τις 2 δόσεις)» συμπληρώνει  ο δρ Ξένος.

«Αφού τα διατροφικά συμπληρώματα δείχνουν πιθανή θετική επίδραση στην έκβαση της νόσου COVID-19, ίσως είναι σε θέση να ελαχιστοποιήσουν τα συμπτώματα που προκαλεί η σαφώς μικρότερης κλίμακας, αλλά αντίστοιχης αιτιολογίας με τη νόσο, ανοσοαπόκριση που επάγεται του εμβολιασμού.

Αλλά αυτό αποτελεί απλά μια λογική επιστημονική υπόθεση. Η έλλειψη εκτεταμένων επιστημονικών δεδομένων για τη σχέση της χορήγησης διατροφικών συμπληρωμάτων με τον περιορισμό των παρενεργειών των εμβολίων αφήνει ένα ερευνητικό κενό που αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω» καταλήγει ο δρ Μελίστας.